καρποφόρος

επίθετο

1. Που φέρει ή παράγει καρπούς, όπως φυτά ή δέντρα που δίνουν ορατούς καρπούς.

2. Που παράγει θετικά ή ουσιαστικά αποτελέσματα σε δραστηριότητα, προσπάθεια ή περίοδο.

Συνώνυμα

καρπερός γόνιμος εύφορος καρπογόνος παραγωγικός αποδοτικός πολυκαρπός αποτελεσματικός κερδοφόρος προσοδοφόρος πλούσιος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο οπωρώνας μας ήταν καρποφόρος και τροφοδότησε την αγορά όλο το φθινόπωρο.
  • Ο αμπελώνας αποδείχτηκε καρποφόρος μετά από αρκετά χρόνια περιποίησης.
  • Ο χρόνος αυτός ήταν καρποφόρος για την έρευνά μας, με πολλές σημαντικές ανακαλύψεις.
  • Ο διάλογος μεταξύ των δύο ομάδων υπήρξε καρποφόρος και οδήγησε σε δημιουργικές λύσεις.
  • Ο νέος τρόπος εργασίας ήταν καρποφόρος για την εταιρεία, καθώς αυξήθηκε η παραγωγικότητα.