πληρεξούσιος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί με έγγραφο πληρεξουσιότητας να εκπροσωπεί, να ενεργεί ή να λαμβάνει αποφάσεις για λογαριασμό άλλου, ιδίως σε νομικές ή διοικητικές πράξεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πληρεξούσιος υπέγραψε το συμβόλαιο εκ μέρους του πελάτη.
- Η πληρεξούσια παρέλαβε τα επίσημα έγγραφα από το συμβολαιογράφο.
- Το πληρεξούσιο πρέπει να είναι επικυρωμένο για να γίνει δεκτό στο δικαστήριο.
- Οι πληρεξούσιοι των μετόχων ψήφισαν υπέρ της συγχώνευσης.
- Του έδωσε εξουσιοδότηση και τον όρισε ως πληρεξούσιο για όλες τις τραπεζικές συναλλαγές.