διάβολος

ουσιαστικό

1. Υπερφυσικό ον στις ιουδαϊκο-χριστιανικές και άλλες θρησκευτικές παραδόσεις που προσωποποιεί το κακό, αντιτίθεται στο Θείο και συχνά παρουσιάζεται ως πειρασμός ή φορέας διαφθοράς των ανθρώπων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διάβολος εμφανίστηκε στο όνειρό του.
  • Είναι διάβολος για τους εχθρούς του.
  • Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες.
  • Μη γίνεις διάβολος, μίλησέ του με ηρεμία.
  • Στην παράδοση, ο διάβολος είναι σύμβολο του κακού.