παρερμηνεία
ουσιαστικόΛανθασμένη ερμηνεία ή κατανόηση ενός λόγου, γεγονότος, κειμένου ή κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρερμηνεία της δήλωσής του προκάλεσε ένταση.
- Υπήρξε μια σοβαρή παρερμηνεία των οδηγιών.
- Η παρερμηνεία του κειμένου οδήγησε σε λάθος συμπέρασμα.
- Θέλω να αποφύγω κάθε παρερμηνεία των προθέσεών μου.
- Οι συνεχείς παρερμηνείες των γεγονότων μπέρδεψαν την υπόθεση.