πρωτοτυπία
ουσιαστικόΙδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία μια ιδέα, μορφή ή προσέγγιση διακρίνεται από σαφή απόκλιση σε σχέση με τα υπάρχοντα ή συνήθη πρότυπα, ως αποτέλεσμα διαφοροποίησης στην έκφραση, τη σύλληψη ή την εφαρμογή.
Συνώνυμα
καινοτομία νεωτερισμός μοναδικότητα καινότητα εφευρετικότητα ιδιοτυπία δημιουργικότητα πρωτοπορία καινοφανία επινοητικότητα φρεσκάδα εφεύρεση αυθεντικότητα ιδιοφυία γνησιότητα
Αντώνυμα
κοινότυπία τυποποίηση ομοιομορφία αντιγραφή κλισέ τυπικότητα συμβατικότητα φόρμουλα λογοκλοπή επανάληψη αναπαραγωγή μονοτονία ρουτίνα μετριότητα ομοιότητα συνήθεια έθιμο καθημερινότητα αλλοίωση επινόηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρωτοτυπία του έργου εντυπωσίασε το κοινό.
- Στη δημοσίευση αναφέρεται η πρωτοτυπία των πειραμάτων.
- Ο δίσκος δεν προσφέρει πρωτοτυπία, ακούγεται επαναλαμβανόμενος.
- Η πρωτοτυπία της εφεύρεσης καταγράφηκε στην αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
- Στην παρουσίαση τόνισε την πρωτοτυπία της ιδέας για να κερδίσει επενδυτές.