νορμάλ
επίθετοΠου είναι συνηθισμένος, αναμενόμενος ή μέσα στα όρια του κανονικού.
Συνώνυμα
φυσιολογικό φυσιολογικός κανονικός συνηθισμένο συμβατικό μέσο τυπικό συνήθες φυσιολογικά κανονικό κοινό συνήθης κοντινό τίμιο επιτρεπτός
Αντώνυμα
ανώμαλο αφύσικο αλλόκοτος πειραγμένος παράξενο ασυνήθιστο εξωφρενικός ανορθόδοξος διαταραγμένος ιδιόρρυθμος παθολογικός ιδιαίτερο εκτός περίεργο
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι νορμάλ να κάνεις λάθη όταν μαθαίνεις κάτι καινούργιο.
- Ο γιατρός είπε ότι οι εξετάσεις μου είναι νορμάλ.
- Για μένα είναι απόλυτα νορμάλ να ξυπνάω νωρίς.
- Η αντίδρασή του ήταν πιο νορμάλ απ’ ό,τι περίμεναν όλοι.
- Δεν είναι νορμάλ να φέρεσαι έτσι στους άλλους.