μέγιστος

επίθετο

1. Που έχει το μεγαλύτερο μέγεθος, βαθμό ή έκταση σε σχέση με άλλα στοιχεία της ίδιας κατηγορίας ή σε σχέση με ένα δεδομένο σύνολο.

2. Που αποτελεί την ανώτατη ή μέγιστη τιμή σε μαθηματικό, στατιστικό ή τεχνικό πλαίσιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μέγιστος της συνάρτησης f(x) στο διάστημα [0,3] είναι στο x = 2.
  • Ο μέγιστος επιτρεπόμενος χρόνος για την εξέταση είναι δύο ώρες.
  • Η μέγιστη συμβολή της ομάδας αναγνωρίστηκε από τη διοίκηση.
  • Η στάθμη του νερού έφτασε στο μέγιστο και έπρεπε να αδειάσουμε τη δεξαμενή.
  • Οι κινητήρες λειτουργούν στη μέγιστη ισχύ τους κατά την απογείωση.
  • Οι μέγιστοι βαθμοί για κάθε μάθημα αναγράφονται στο έντυπο.