εξειδίκευση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα απόκτησης και εφαρμογής ειδικών γνώσεων, δεξιοτήτων ή τεχνογνωσίας σε συγκεκριμένο επιστημονικό, επαγγελματικό ή τεχνικό τομέα.
Συνώνυμα
ειδίκευση ειδικότητα ειδικοποίηση πείρα επιμόρφωση κατάρτιση τεχνογνωσία σπεσιαλιτέ διαφοροποίηση δεξιότητα επάρκεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξειδίκευση του μηχανικού στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών είναι πολύτιμη.
- Παρακολούθησε μεταπτυχιακό για να αποκτήσει εξειδίκευση στην τεχνητή νοημοσύνη.
- Η εξειδίκευση στην καρδιολογία διαρκεί αρκετά χρόνια μετά τη βασική εκπαίδευση.
- Η εξειδίκευση του λογισμικού προσαρμόζει τη λειτουργία του στις ανάγκες της εταιρείας.
- Απαιτείται εξειδίκευση της νομοθεσίας για την εφαρμογή της σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.