βετεράνος
ουσιαστικό1. Άτομο που έχει υπηρετήσει για πολλά χρόνια στις ένοπλες δυνάμεις ή που έχει αποκτήσει μακρά στρατιωτική εμπειρία.
2. Άτομο με εκτενή εμπειρία και αναγνωρισμένη ικανότητα σε έναν επαγγελματικό, αθλητικό ή άλλο τομέα.
Συνώνυμα
παλαίμαχος αποστράτος έμπειρος παλιός παλαιός μαχητής αγωνιστής πεπειραμένος μπαρουτοκαπνισμένος συνταξιούχος καταξιωμένος επαγγελματίας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι βετεράνος του ποδοσφαίρου και έχει κερδίσει πολλούς τίτλους.
- Η ομάδα στηρίζεται σε έναν βετεράνο παίκτη που ξέρει να καθοδηγεί τους νεότερους.
- Η γιαγιά μου είναι βετεράνος δασκάλα και αγαπά ακόμη τη δουλειά της.
- Ο πατέρας μου υπηρέτησε ως βετεράνος του στρατού και τιμάται κάθε χρόνο.
- Στην πολιτική σκηνή, θεωρείται βετεράνος βουλευτής με μεγάλη εμπειρία.