χώρος

ουσιαστικό

1. Ελεύθερη ή διαμορφωμένη έκταση μέσα σε κτίριο ή σε ανοικτό περιβάλλον όπου μπορούν να βρίσκονται, να κινούνται ή να τοποθετούνται αντικείμενα και άνθρωποι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο χώρος του σαλονιού είναι φωτεινός και άνετος.
  • Δεν υπάρχει αρκετός χώρος στο πορτ-μπαγκάζ για τις βαλίτσες.
  • Χρειάζομαι λίγο προσωπικό χώρο για να σκεφτώ.
  • Στον διαστημικό χώρο δεν υπάρχει ατμόσφαιρα.
  • Η πόλη δημιουργεί νέους δημόσιους χώρους για τους κατοίκους.