χτυπώ

ρήμα

1. Ασκώ δύναμη με το χέρι, όργανο ή αντικείμενο πάνω σε κάτι ή σε κάποιον, προκαλώντας πρόσκρουση ή ζημιά.

2. Εκτελώ επαναλαμβανόμενες ή μονές μικρές κινήσεις πάνω σε επιφάνεια για να παράγω ήχο ή να ειδοποιήσω (π.χ. χτυπώ την πόρτα).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πάντα χτυπώ την πόρτα πριν μπω στο δωμάτιο.
  • Στη σχολική μπάντα χτυπώ τα τύμπανα κάθε Παρασκευή.
  • Δεν χτυπώ ποτέ κανέναν, ακόμα κι όταν νευριάζω.
  • Μου αρέσει να χτυπώ τα πλήκτρα του πιάνου όταν εξασκούμαι.
  • Στα παιχνίδια στο υπολογιστή χτυπώ γρήγορα τα πλήκτρα για να κερδίσω.