φρουρός
ουσιαστικό1. Άτομο ή ομάδα προσώπων με καθήκον την προστασία, επιτήρηση και έλεγχο της πρόσβασης σε χώρους, κτίρια, άτομα ή αντικείμενα, με σκοπό την αποτροπή εισβολών, κλοπών ή άλλων απειλών.
Συνώνυμα
φύλακας σκοπός φύλαξ σεκιουριτάς αστυνομικός αστυφύλακας πορτιέρης θυρωρός θεματοφύλακας μπράβος αρχιφύλακας φρουρά συνοδός σωματοφύλακας δεσμοφύλακας νυχτοφύλακας φρουράρχης επιστάτης υπερασπιστής παρατηρητής ανιχνευτής στρατιώτης περίπολος ντετέκτιβ προστάτης πολιτοφύλακας μπάτσος αξιωματικός ένστολος κηδεμόνας
Αντώνυμα
εισβολέας εχθρός αντίπαλος επιτιθέμενος διαρρήκτης κλέφτης ληστής εγκληματίας καταπατητής σαμποτέρ κατακτητής κακοποιός ταραξίας μπαχαλάκιας παραβάτης αντάρτης εισβολεύς χάκερ παρανομών
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φρουρός ελέγχει τις ταυτότητες στην είσοδο του κτιρίου.
- Στη φυλακή, ένας έμπειρος φρουρός γνωρίζει πώς να αποτρέπει εξεγέρσεις.
- Ο φρουρός της νύχτας περπατάει αθόρυβα στους διαδρόμους.
- Οι φρουροί του φρουρίου κράτησαν την πύλη κλειστή μέχρι το πρωί.
- Το μουσείο λειτουργεί ως φρουρός της πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης.