ανιχνευτής

ουσιαστικό

1. Συσκευή ή όργανο που εντοπίζει, ανιχνεύει ή μετρά την παρουσία, την κίνηση, την ένταση ή τις μεταβολές μιας ουσίας, ακτινοβολίας, σήματος ή φυσικού φαινομένου.

Συνώνυμα

αισθητήρας εντοπιστής ιχνηλάτης σαρωτής σκανέρ ραντάρ αναζητητής ερευνητής παρατηρητής ντετέκτιβ κατασκόπος φρουρός πρεσβευτής

Αντώνυμα

πομπός εκπομπός στόχος αντικείμενο θύμα παρατηρούμενος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ανιχνευτής καπνού ενεργοποίησε το σύστημα συναγερμού.
  • Στην παραλία οι φύλακες χρησιμοποίησαν έναν ανιχνευτή μετάλλων για να ελέγξουν τα αντικείμενα.
  • Ο ανιχνευτής κίνησης ενεργοποίησε τα φώτα όταν πέρασε η γάτα.
  • Ο μηχανικός εγκατέστησε έναν νέο ανιχνευτή αερίου στην κουζίνα.
  • Οι ανιχνευτές της ομάδας εντόπισαν σημάδια κατά μήκος του μονοπατιού.