υποτάσσομαι
ρήμα1. Συμμορφώνομαι ή υπακούω σε πρόσωπο, αρχή ή εντολή, αποδεχόμενος τη θέληση ή την εξουσία του και ενεργώντας σύμφωνα με αυτήν.
2. Υποκύπτω στην επιβολή, την πίεση ή την ήττα, χάνω την αντίσταση ή την αυτονομία μου και τίθεμαι υπό έλεγχο άλλου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αντιτάσσομαι αντιστέκομαι ανυπακούω εγείρομαι κατακτώ κυριαρχώ μάχομαι στέκομαι πολεμώ διατάζω ξεπερνάω διευθύνω αντεπιτίθεμαι κουμαντάρω κυβερνώ ξεσηκώνομαι αψηφώ αρνούμαι επαναστατώ αντιμάχομαι αντιπαρατίθεμαι νικώ οδηγώ παλεύω αντιπαλεύω ελευθερώνομαι ηγούμαι υπερισχύω αντιδρώ διαφωνώ αμφισβητώ υπερασπίζομαι αντιλέγω απορρίπτω αντιτίθεμαι επιμένω οδηγάω
Παραδείγματα χρήσης
- Στους ανωτέρους μου υποτάσσομαι όταν μου δίνουν σαφείς εντολές.
- Σε καιρούς κρίσης υποτάσσομαι συχνά σε αυστηρότερους περιορισμούς.
- Στην ομορφιά της μουσικής υποτάσσομαι και αφήνομαι στη συγκίνηση.
- Μπροστά στη δύναμη του αντιπάλου υποτάσσομαι και παραδίνομαι.
- Στην ιατρική θεραπεία που μου πρότειναν υποτάσσομαι πιστά.