τριβή

ουσιαστικό

1. Δύναμη που αντιστέκεται στη σχετική κίνηση δύο επιφανειών όταν αυτές βρίσκονται σε επαφή.

2. Διαδικασία ή πράξη του τρίψιμου δύο σωμάτων, που μπορεί να παράγει θερμότητα και να προκαλέσει φθορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τριβή μεταξύ των τροχών και του δρόμου είναι σημαντική για την ασφάλεια.
  • Η τριβή του υφάσματος στο δέρμα του προκάλεσε ερεθισμό.
  • Με τη συνεχή τριβή τα παπούτσια φθείρονται.
  • Υπήρξε τριβή ανάμεσα στους συναδέλφους λόγω διαφορετικών απόψεων.
  • Έχει τριβή σε διεθνή έργα και γνωρίζει τις διαδικασίες.