τμήμα

ουσιαστικό

1. Μέρος ενός ευρύτερου συνόλου που προκύπτει από διαίρεση ή διαχωρισμό και έχει οριοθετημένη θέση ή λειτουργία μέσα στο όλο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού ανακοίνωσε νέες θέσεις.
  • Το τμήμα Φυσικής του πανεπιστημίου διοργανώνει συνέδριο.
  • Ένα μεγάλο τμήμα του βιβλίου ασχολείται με την τοπική ιστορία.
  • Πήρα τηλέφωνο το τμήμα Τροχαίας για το ατύχημα.
  • Το τμήμα της τρίτης τάξης πήρε μέρος στον διαγωνισμό.
  • Το τρένο έχει τρία τμήματα, το καθένα με διαφορετικές παροχές.