τεκμήριο

ουσιαστικό

1. Στοιχείο, αντικείμενο ή ένδειξη που χρησιμεύει ως απόδειξη για την ύπαρξη, την αλήθεια ή τα χαρακτηριστικά ενός γεγονότος.

2. Σημάδι ή ένδειξη που επιτρέπει την εξαγωγή λογικού συμπεράσματος για μια κατάσταση ή σχέση πραγμάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τεκμήριο DNA που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος συνέδεσε τον ύποπτο με το περιστατικό.
  • Το τεκμήριο αθωότητας προστατεύει τον κατηγορούμενο μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.
  • Η αύξηση των πωλήσεων θεωρείται συχνά τεκμήριο βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης.
  • Τα οικονομικά στοιχεία αποτελούν σημαντικά τεκμήρια για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας μιας εταιρείας.
  • Η έλλειψη επίσημου εγγράφου δεν μπορεί να θεωρηθεί τεκμήριο νομιμότητας της διαδικασίας.