σύλληψη

ουσιαστικό

1. Ενέργεια κατά την οποία ένα πρόσωπο περιορίζεται και μεταφέρεται υπό την εποπτεία αρχών ασφαλείας ή άλλων εξουσιοδοτημένων προσώπων, συνήθως λόγω υπόνοιας διάπραξης αδικήματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύλληψη του υπόπτου έγινε τα ξημερώματα από την αστυνομία.
  • Χαρήκαμε πολύ όταν ανακοινώθηκε η σύλληψη.
  • Η σύλληψη της ιδέας για το θεατρικό ήταν πρωτότυπη και τολμηρή.
  • Η σύλληψη της στιγμής στην φωτογραφία αποτυπώνει έντονα συναισθήματα.
  • Η σύλληψη της έννοιας από τους μαθητές απαιτεί παραδείγματα και εξάσκηση.