σύλληψη
ουσιαστικό1. Ενέργεια κατά την οποία ένα πρόσωπο περιορίζεται και μεταφέρεται υπό την εποπτεία αρχών ασφαλείας ή άλλων εξουσιοδοτημένων προσώπων, συνήθως λόγω υπόνοιας διάπραξης αδικήματος.
Συνώνυμα
γονιμοποίηση πιάσιμο κράτηση λήψη φωτογράφηση εγκυμοσύνη αντίληψη κατανόηση ιδέα σχεδίαση σχεδιασμός διατύπωση σχηματισμός κατάσχεση αιχμαλωσία σχέδιο λαβή παγίδευση συγκράτηση αρπαγή έννοια απαγωγή κατάληψη δημιουργία γέννηση εγκλωβισμός εφεύρεση ανεύρεση εφεύρημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σύλληψη του υπόπτου έγινε τα ξημερώματα από την αστυνομία.
- Χαρήκαμε πολύ όταν ανακοινώθηκε η σύλληψη.
- Η σύλληψη της ιδέας για το θεατρικό ήταν πρωτότυπη και τολμηρή.
- Η σύλληψη της στιγμής στην φωτογραφία αποτυπώνει έντονα συναισθήματα.
- Η σύλληψη της έννοιας από τους μαθητές απαιτεί παραδείγματα και εξάσκηση.