συνοχή

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ενός υλικού ή σώματος κατά την οποία τα επιμέρους μέρη συγκρατούνται μεταξύ τους λόγω εσωτερικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να διατηρείται ενιαίο και σταθερό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνοχή της σάλτσας ήταν ιδανική για το πιάτο.
  • Η συνοχή της ομάδας στο έργο οδήγησε στην έγκαιρη παράδοση.
  • Η συνοχή του κειμένου κάνει το επιχείρημα πιο πειστικό.
  • Η συνοχή του εδάφους στο εργοτάξιο δυσκόλεψε την εκσκαφή.
  • Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η συνοχή της κοινότητας αποδείχτηκε ζωτική.