συγκεντρώνω
ρήμα1. Τοποθετώ αντικείμενα, πόρους ή πρόσωπα στον ίδιο χώρο ή σημείο, ώστε να βρίσκονται συγκεντρωμένα.
2. Οργανώνω ή προκαλώ τη συνάθροιση ανθρώπων για κάποιο σκοπό, εκδήλωση ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
μαζεύω συναθροίζω εστιάζω επικεντρώνω συνάθροιζω συνάγω συλλέγω συσσωρεύω προσελκύω αποθησαυρίζω αποταμιεύω συμμαζεύω συμπληρώνω μαζεύομαι αντλώ εντείνω θησαυρίζω συγκροτώ συσπειρώνω κεντράρω συνενώνω συνωστίζω συστρατεύω ομαδοποιώ εισπράττω προετοιμάζω λαμβάνω γεμίζω αποκτώ αθροίζω επανενώνω μαγνητίζω συγχωνεύω συνδυάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα συγκεντρώνω χρήματα για τις καλοκαιρινές διακοπές.
- Για την έρευνα συγκεντρώνω δεδομένα από διάφορες πηγές.
- Στον σύλλογο συγκεντρώνω ρούχα και τρόφιμα για τις οικογένειες που έχουν ανάγκη.
- Όταν διαβάζω, συγκεντρώνω την προσοχή μου στο κείμενο και αποφεύγω περισπασμούς.
- Στο γραφείο συγκεντρώνω τους συναδέλφους για να συζητήσουμε το νέο πρότζεκτ.