σιωπηλός

επίθετο

1. Που δεν παράγει ήχο ή θόρυβο, ή παράγει πολύ μικρό ή καθόλου αισθητό ήχο.

2. Που δεν μιλά ή δεν εκφράζεται φωνητικά, και εμφανίζει απουσία λεκτικής αντίδρασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ομιλητικός λαλίστατος φλύαρος κουβεντιάρης πολυλογικός φωνακλάς θορυβώδης κραυγαλέος φωναχτός πληροφοριοδότης ηχηρός οχληρός λαλίφρων γλεντζές ενεργός εξωστρεφής

Παραδείγματα χρήσης

  • Η νύχτα ήταν σιωπηλή.
  • Ο Μιχάλης έμεινε σιωπηλός.
  • Υπήρξε σιωπηλή συμφωνία μεταξύ τους.
  • Έβαλα το κινητό σε σιωπηλή λειτουργία πριν τη συνάντηση.
  • Οι θεατές παρέμειναν σιωπηλοί όταν άρχισε η παράσταση.