πληροφοριοδότης

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που παρέχει πληροφορίες ή δεδομένα σε άλλον, είτε προφορικά είτε γραπτά, συχνά με σκοπό την ενημέρωση, τη βοήθεια ή τη διευκόλυνση.

Συνώνυμα

πληροφορητής ενημερωτής πηγή καταδότης κατασκόπος αποκαλυπτής διαρρέων μαρτυριάρης μάρτυρας αναφέρων καταγγέλλων προδότης ρουφιάνος χαφιές πράκτορας

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πληροφοριοδότης της αστυνομίας έδωσε κρίσιμες λεπτομέρειες για την υπόθεση.
  • Η εφημερίδα βασίστηκε σε έναν ανώνυμο πληροφοριοδότη για το ρεπορτάζ της.
  • Οι πληροφοριοδότες αποκάλυψαν έγγραφα που αποδείκνυαν τη διαφθορά.
  • Τα στοιχεία των πληροφοριοδοτών παραμένουν απόρρητα για την ασφάλειά τους.
  • Ως πληροφοριοδότης, ο υπάλληλος κατήγγειλε παραβιάσεις και ζήτησε προστασία.