αφοπλισμένος

επίθετο

1. Που έχει στερηθεί τα όπλα ή τα μέσα πάλης, είτε επειδή του αφαιρέθηκαν είτε γιατί δεν τα διαθέτει.

2. Που έχει μείνει χωρίς τα μέσα ή την ικανότητα να αντισταθεί ή να υπερασπιστεί, ιδίως σε στρατιωτικό ή επιχειρησιακό πλαίσιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στρατιώτης έμεινε αφοπλισμένος μετά την αιφνιδιαστική επίθεση.
  • Χωρίς τα κατάλληλα επιχειρήματα, ένιωσε αφοπλισμένος μπροστά στην κριτική.
  • Το χαμόγελό της με άφησε αφοπλισμένος.
  • Μετά την έρευνα, οι ύποπτοι βρέθηκαν αφοπλισμένοι.
  • Η τρομοκρατική ομάδα συνελήφθη και όλοι οι άνδρες της ήταν αφοπλισμένοι.