ρίχνω
ρήμα1. Κινούμαι ή προκαλώ κίνηση ώστε να ωθήσω κάτι με δύναμη, συνήθως με τα χέρια ή άλλο μέσο, ώστε αυτό να διανύσει απόσταση στον αέρα ή πάνω σε επιφάνεια.
2. Αφήνω κάτι να πέσει από ψηλά ή από τα χέρια μου προς μια χαμηλότερη θέση.
Συνώνυμα
χύνω βρέχω χαμηλώνω μειώνω ανατρέπω γκρεμίζω πετάω πετώ αδειάζω ξεφορτώνω εξακοντίζω απορρίπτω κατεβάζω περιχύνω επιρρίπτω φορτώνω εκσφενδονίζω βάλλω αποθέτω κοιτάζω ξεφορτώνομαι πετάζω πυροβολώ χώνω καταλογίζω εκτοξεύω αφήνω αποβάλλω σταλάζω ποτίζω αποκαλύπτω προσπετάω εμβαπτίζω σπρώχνω χτυπώ προτείνω προσθέτω διανέμω μετακινώ παραθέτω σερβίρω σκορπίζω συνεισφέρω βυθίζω καταρρίπτω υποβιβάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ρίχνω τη μπάλα στον κήπο.
- Κάθε πρωί ρίχνω νερό στο ποτήρι.
- Στις συναντήσεις ρίχνω ένα σύντομο βλέμμα προς την πόρτα.
- Μερικές φορές ρίχνω την ευθύνη στους άλλους χωρίς να σκέφτομαι.
- Όταν λυπάμαι ρίχνω δάκρυα χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω.
- Στο παιχνίδι ρίχνω τα ζάρια.