πρωτοποριακός
επίθετο1. Που εισάγει νέες ιδέες, μεθόδους ή τεχνολογίες σε έναν τομέα, ανοίγοντας δρόμο για μεταβολές και ευρύτερη εφαρμογή.
2. Που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης ή της έρευνας, προωθώντας αλλαγές και επεκτείνοντας τα όρια του γνωστού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ερευνητική ομάδα ανέπτυξε ένα πρωτοποριακό υλικό για εφαρμογές στην ηλεκτρονική.
- Η θεατρική παράσταση ήταν γεμάτη πρωτοποριακές ιδέες και απρόβλεπτες σκηνοθετικές επιλογές.
- Ο χειρουργός πραγματοποίησε μια πρωτοποριακή επέμβαση που βελτίωσε δραματικά την ποιότητα ζωής του ασθενούς.
- Η εταιρεία παρουσίασε ένα πρωτοποριακό επιχειρηματικό μοντέλο που άλλαξε τον κλάδο.
- Τα πρωτοποριακά προγράμματα εκπαίδευσης ενθαρρύνουν τη δημιουργική σκέψη των μαθητών.