προοδευτικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με την πρόοδο ή την εξέλιξη, υποδηλώνοντας κίνηση προς βελτίωση, ανάπτυξη ή ανανέωση σε επίπεδα ιδεών, γνώσης ή πρακτικών.
Συνώνυμα
μοντέρνος προχωρημένος καινοτόμος πρωτοποριακός ανοιχτόμυαλος εκσυγχρονιστικός φιλελεύθερος νεωτερικός ριζοσπαστικός εξελικτικός αριστερός ανατρεπτικός νεωτεριστικός φωτισμένος
Αντώνυμα
συντηρητικός οπισθοδρομικός αντιδραστικός συντηρητής παραδοσιακός κλειστόμυαλος ορθόδοξος παλιομοδίτικος αναχρονιστικός ακροδεξιός δεξιά δεξιός αυταρχικός στενόμυαλος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προοδευτικός πολιτικός τάχθηκε υπέρ των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.
- Η προοδευτική κοινωνία προωθεί την ισότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
- Ο προοδευτικός φόρος επιβαρύνει περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα.
- Το προοδευτικό εργαστήριο επενδύει σε νέες τεχνολογίες και καινοτόμες μεθόδους.
- Οι προοδευτικοί εκπαιδευτικοί εισήγαγαν βιωματικές μεθόδους διδασκαλίας.