προσωρινός
επίθετο1. Που διαρκεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα ή ισχύει μόνο για μια ορισμένη περίοδο, χωρίς να είναι μόνιμο.
2. Που χρησιμοποιείται ή ορίζεται ως ενδιάμεση λύση ή αντικατάσταση μέχρι να διαμορφωθεί ή να αναλάβει κάτι οριστικό.
Συνώνυμα
πρόσκαιρος παροδικός εφήμερος βραχύβιος μεταβατικός έκτακτος περαστικός αναπληρωτής αυτοσχέδιος περιστασιακός στιγμιαίος φευγαλέος πρόχειρος συγκυριακός προκαταρκτικός ψεύτικος στιγμιαία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προσωρινός διακομιστής θα λειτουργήσει μέχρι να εγκατασταθεί ο μόνιμος.
- Οι προσωρινοί εργαζόμενοι εκπαιδεύονται αυτήν την εβδομάδα.
- Έλαβε προσωρινή άδεια παραμονής μέχρι να εξεταστεί η αίτησή του.
- Το προσωρινό κατάλυμα που βρήκαμε είναι κοντά στην παραλία.
- Ο δικαστής εξέδωσε προσωρινή διαταγή για την αναστολή της απόφασης.
- Όλα αυτά είναι προσωρινά, θα βρούμε μόνιμη λύση.