ισόβιος

επίθετο

1. Που διαρκεί ή ισχύει για όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου ή οργανισμού.

2. Που επιβάλλεται ή διατηρείται για όλη τη διάρκεια της ζωής ενός προσώπου (π.χ. για ποινή, θέση ή δικαίωμα).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ισόβιος και οδηγήθηκε στη φυλακή.
  • Ανακηρύχθηκε ισόβιος πρόεδρος του συλλόγου ως αναγνώριση της προσφοράς του.
  • Μετά την προδοσία, τον θεωρεί ισόβιος εχθρό.
  • Ο δεσμός του με τον τόπο καταγωγής του ήταν ισόβιος.
  • Έγινε ισόβιος θρύλος στην πόλη για το έργο του.