παρατεταμένος
επίθετο1. Που διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε σχέση με το συνηθισμένο.
2. Που διατηρείται συνεχώς ή επίμονα σε ένταση, ρυθμό ή δράση.
3. Που παρουσιάζει αυξημένη επιμήκυνση ή έκταση σε σχέση με το σύνηθες.
Συνώνυμα
μακροχρόνιος διαρκής συνεχής αδιάκοπος ατελείωτος συνεχιζόμενος επίμονος διηνεκής εκτεταμένος τραβηγμένος μακρύς
Αντώνυμα
σύντομος βραχύς βραχυχρόνιος παροδικός προσωρινός στιγμιαίος περαστικός εφήμερος στιγμιαία περιεκτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παρατεταμένος καύσωνας προκάλεσε προβλήματα στην πόλη.
- Ο παρατεταμένος θόρυβος από το εργοτάξιο δεν άφηνε κανέναν να κοιμηθεί.
- Ο παρατεταμένος πόνος στην πλάτη τον ανάγκασε να επισκεφτεί γιατρό.
- Ο παρατεταμένος αγώνας των εργαζομένων έφερε τελικά συμβιβασμό.
- Ο παρατεταμένος λόγος του ομιλητή κούρασε το ακροατήριο.