προσεκτικά
επίρρημα1. Με τρόπο που δείχνει προσοχή και επιμέλεια, παρατηρώντας λεπτομέρειες και αποφεύγοντας λάθη.
2. Με φροντίδα και προσοχή για την ασφάλεια, την ακεραιότητα ή το συμφέρον κάποιου ή κάποιου αντικειμένου.
Συνώνυμα
προσεχτικά πρόσεχτα επιμελώς ενδελεχώς επιφυλακτικά ευλαβικά ευλαβώς μετρημένα σχολαστικά προσεκτικώς μεθοδικά λεπτομερώς ακριβώς σιγά ήρεμα αναλυτικά διεξοδικά συγκρατημένα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ακούστε προσεκτικά τις οδηγίες πριν ξεκινήσετε.
- Οδηγούσε προσεκτικά λόγω ομίχλης.
- Διάβασε προσεκτικά το συμβόλαιο πριν το υπογράψεις.
- Έβαλε τα ποτήρια στο ράφι προσεκτικά για να μην σπάσουν.
- Παρατήρησε προσεκτικά τις αλλαγές στη συμπεριφορά του σκύλου.
- Προσπάθησε προσεκτικά να λύσεις το πρόβλημα πριν ζητήσεις βοήθεια.