προσεχτικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που δείχνει προσοχή και επιμέλεια κατά την εκτέλεση μιας ενέργειας, ώστε να αποφευχθούν λάθη ή παραλείψεις.

2. Με συνεχή και λεπτομερή έλεγχο ή παρατήρηση, δίνοντας σημασία στις λεπτομέρειες.

Συνώνυμα

προσεκτικά επιμελώς σχολαστικά επισταμένως προσεκτικώς φρονίμως ευσυνείδητα παρατηρητικά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κόψε τα λαχανικά προσεχτικά ώστε να μην κόψεις τα δάχτυλά σου.
  • Διάβασε τις οδηγίες προσεχτικά πριν ξεκινήσεις.
  • Παρακολούθησε την πρόοδο του ασθενούς προσεχτικά.
  • Άκουσε προσεχτικά όσα σου λέει ο καθηγητής.
  • Οδήγησε προσεχτικά όταν βρέχει για να αποφύγεις ατυχήματα.
  • Εξέτασε προσεχτικά τα δεδομένα πριν βγάλεις συμπέρασμα.