επειγόντως

επίρρημα

1. Με τρόπο που απαιτεί άμεση ενέργεια ή προσοχή λόγω επείγοντος χαρακτήρα.

2. Εκφράζοντας την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση ή αντιμετώπιση ενός ζητήματος.

Συνώνυμα

άμεσα αμέσως κατεπειγόντως εσπευσμένα εκτάκτως σπεύδην σπευσμένα επιτακτικά ταχέως γρήγορα τώρα συντόμως

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χρειάζεται επειγόντως αίμα.
  • Πρέπει επειγόντως να φύγουμε.
  • Το αυτοκίνητο πρέπει επειγόντως να επισκευαστεί πριν το ταξίδι.
  • Καλέστε επειγόντως ασθενοφόρο!
  • Οι πληγέντες ζητούν επειγόντως βοήθεια και τρόφιμα.