επικίνδυνα
επίρρημα1. Με τρόπο που παρουσιάζει ή προκαλεί κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα, την ασφάλεια ή την ακεραιότητα αντικειμένων.
2. Με τρόπο ριψοκίνδυνο ή αβέβαιο, σε μεγάλο βαθμό επικίνδυνο ως προς το αποτέλεσμα ή τις συνέπειες.
Συνώνυμα
επικινδύνως κινδύνως ριψοκίνδυνα παρακινδυνευμένα επισφαλώς παρακινδυνευτικά ριψοκινδύνως απερίσκεπτα ανεύθυνα επιπόλαια τολμηρά απειλητικά θανατηφόρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οδηγούσε επικίνδυνα στον παλιό δρόμο.
- Η θερμοκρασία ανέβηκε επικίνδυνα.
- Είναι επικίνδυνα να αγνοείς τα συμπτώματα.
- Η κατάσταση είναι επικίνδυνα σοβαρή.
- Οι εργαζόμενοι εκτέθηκαν επικίνδυνα σε τοξικά αέρια.