συγκρατημένα

επίρρημα

Με τρόπο προσεκτικό, με αυτοσυγκράτηση ή χωρίς υπερβολή στην έκφραση, την ένταση ή τη συμπεριφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αφειδώς απλόχερα άφθονα υπερβολικά ελεύθερα τρομερά δραματικά θεαματικά εξωφρενικά αδιάκριτα απερίσκεπτα ξεχειλωμένα χαρούμενα απίθανα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μίλησε συγκρατημένα για το θέμα, χωρίς να δείξει ενθουσιασμό.
  • Παρά τη χαρά του, χαμογέλασε συγκρατημένα μπροστά στους συναδέλφους του.
  • Αντέδρασε συγκρατημένα στην κριτική και δεν ύψωσε τον τόνο της φωνής του.
  • Στην ανακοίνωση έδειξαν συγκρατημένα αισιόδοξοι για το αποτέλεσμα.
  • Χειροκρότησαν συγκρατημένα, επειδή δεν είχαν ακόμα μάθει τα τελικά νέα.