σκληρά

επίρρημα

1. Με τρόπο που εκδηλώνει ή ασκεί σκληρότητα ή μεγάλη δύναμη.

2. Με τρόπο που προκαλεί πόνο, δυσφορία ή αυστηρή μεταχείριση, χωρίς επιείκεια.

3. Με έντονη προσπάθεια και επιμονή στη δραστηριότητα.

Συνώνυμα

ανελέητα ανηλεώς κοπιαστικά ζόρικα αδυσώπητα άτεγκτα αυστηρά βίαια βαριά βάρβαρα άγρια εντατικά δυνατά σφιχτά ωμά απανθρωπικά σφοδρά στερεά έντονα δύσκολα επιθετικά ψυχρά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δουλεύει σκληρά για να τελειώσει το έργο εγκαίρως.
  • Ο αθλητής προπονείται σκληρά κάθε μέρα.
  • Τον χτύπησε σκληρά στην αρχή του αγώνα.
  • Η διοίκηση επέκρινε το τμήμα σκληρά για τα λάθη του.
  • Οι κάτοικοι πλήρωσαν σκληρά τις συνέπειες της πλημμύρας.