απερίσκεπτα
επίρρημα1. Με τρόπο που εκτελείται χωρίς προσεκτική σκέψη ή εξέταση των συνεπειών, δείχνοντας έλλειψη περισυλλογής.
2. Με βιασύνη και έλλειψη προσοχής, συχνά οδηγώντας σε λάθη ή ανεπιθύμητα αποτελέσματα.
Συνώνυμα
παρορμητικά επιπόλαια αφρόνιστα ασυλλόγιστα απρόσεκτα ανεύθυνα ριψοκίνδυνα βλακωδώς αψήφιστα αμελώς επιπολαιότατα βιαστικά ασυνείδητα τσαπατσούλικα επικίνδυνα
Αντώνυμα
προσεκτικά συνετά φρόνιμα μελετημένα προσεχτικά προνοητικά επιμελώς μετρημένα σοφά ψύχραιμα επιφυλακτικά υπεύθυνα στοχαστικά μεθοδικά λογικά συγκρατημένα
Παραδείγματα χρήσης
- Οδηγούσε απερίσκεπτα και προκάλεσε σοβαρό ατύχημα.
- Μίλησε απερίσκεπτα μπροστά στους συναδέλφους και δημιούργησε ένταση στο γραφείο.
- Έκανε απερίσκεπτα επενδύσεις και έχασε όλο το κεφάλαιο.
- Πήδηξε απερίσκεπτα από τον βράχο χωρίς να ελέγξει το νερό.
- Απάντησε απερίσκεπτα στο μήνυμα και μετά μετάνιωσε.