προβαίνω
ρήμα1. Προχωρώ και εκτελώ ενέργεια ή σειρά ενεργειών, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία ή δίνοντας συνέχεια σε κάτι.
2. Θέτω σε εφαρμογή ή πραγματοποιώ απόφαση, μέτρο ή σχέδιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως προβαίνω σε προετοιμασίες αρκετές μέρες πριν από την παρουσίαση.
- Σε περίπτωση παράβασης, προβαίνω σε καταγγελία στο αρμόδιο γραφείο.
- Όταν εντοπίζω πρόβλημα, προβαίνω αμέσως σε λήψη μέτρων.
- Παρά τον φόβο, προβαίνω προς την έξοδο για να βοηθήσω τους άλλους.
- Μετά από σκέψη, προβαίνω στην απόφαση να αποδεχτώ την προσφορά.
- Στην έκθεση, προβαίνω σε λεπτομερή περιγραφή των ευρημάτων.