πρακτικός
επίθετο1. Που αφορά ή προτιμά την εφαρμογή και την πράξη αντί για τη θεωρία, με έμφαση στη χρησιμότητα.
2. Που είναι χρήσιμος, βολικός και εύχρηστος στην καθημερινή χρήση.
Συνώνυμα
πραγματιστικός ρεαλιστικός εφαρμόσιμος εφικτός λειτουργικός χρήσιμος αποτελεσματικός χρηστικός βολικός εύχρηστος μυαλωμένος προσγειωμένος χειροπιαστός ωφέλιμος εξυπηρετικός επιτήδειος επιχειρησιακός οικονομικός ωφελιμιστικός κατάλληλος λογικός ικανός επαγγελματίας άνετος ουσιαστικός συνετός τεχνικός βοηθητικός ενδεδειγμένος ορθολογικός πρόσφορος συμφέρων
Αντώνυμα
θεωρητικός ανεφάρμοστος άχρηστος ακαδημαϊκός ουτοπικός ιδεαλιστικός αφηρημένος αναποτελεσματικός ακατάλληλος αντιπαραγωγικός ονειρικός παράλογος ασύμφορος κουτός βλάκας μυστικιστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι πολύ πρακτικός άνθρωπος και προτιμά λύσεις χωρίς φλυαρία.
- Το μάθημα ήταν περισσότερο πρακτικό παρά θεωρητικό.
- Αυτό το εργαλείο είναι πολύ πρακτικό για καθημερινή χρήση.
- Έχει μεγάλη πρακτική εμπειρία στο αντικείμενο.
- Οι πρακτικοί τρόποι που πρότεινες λύνουν το πρόβλημα.