πορεία
ουσιαστικό1. Διαδρομή ή τρόπος κίνησης από ένα σημείο σε άλλο που ακολουθείται από πρόσωπα, οχήματα ή ομάδες.
2. Οργανωμένη δημόσια συγκέντρωση ανθρώπων που βαδίζουν μαζί προς κοινό σκοπό ή για να εκφράσουν αίτημα.
Συνώνυμα
διαδρομή δρομολόγιο εξέλιξη πλεύση διαδήλωση ρότα τροχιά ροή κατεύθυνση δρόμος μονοπάτι πρόοδος προέλαση φορά ιστορία καριέρα οδός εκστρατεία κούρσα διαδικασία γραμμή διεύθυνση οδοιπορία διαμαρτυρία περπατησιά πλοήγηση στράτα περιφορά βόλτα επίδειξη καμπάνια περπάτημα περιοδεία διάβαση διέλευση μετακίνηση συγκέντρωση οδοιπορικό πεζοπορία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πορεία διαμαρτυρίας πέρασε από την κεντρική πλατεία.
- Η πορεία του ποταμού προς τη θάλασσα ήταν ήρεμη το πρωί.
- Η πορεία της ιστορίας συχνά επηρεάζεται από τις αποφάσεις των ανθρώπων.
- Η πορεία της ασθένειας απαιτούσε τακτική ιατρική παρακολούθηση.
- Η πορεία του έργου παρουσιάζει καθυστερήσεις λόγω έλλειψης πόρων.