πλατεία
ουσιαστικόΑνοιχτός δημόσιος χώρος σε πόλη ή χωριό, συνήθως επίπεδος και περιτριγυρισμένος από κτήρια ή δρόμους, προορισμένος για συγκεντρώσεις, κοινωνικές συναθροίσεις, εκδηλώσεις και άλλες δημόσιες χρήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σπίτι εσωτερικό νεκροταφείο θησαυροφυλάκιο κρυψώνα δρομάκι καμαρούλα κρησφύγετο δρόμος κτίριο κατάστημα σοκάκι δωμάτιο κάστρο γκαράζ λεωφόρος κατοικία μοναστήρι αίθουσα θάλαμος καλντερίμι κρύπτη λωρίδα οίκημα οικία σπηλιά ακρόπολη κουβούκλιο κτήριο λαχανόκηπος μονοπάτι διάδρομος κελί φάρμα καμπίνα ιατρείο οίκος αμφιθέατρο λαγούμι καμαρίνι στοά
Παραδείγματα χρήσης
- Συναντηθήκαμε στην πλατεία μετά τη δουλειά.
- Τα παιδιά παίζουν στην πλατεία του χωριού κάθε απόγευμα.
- Το φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί στην πλατεία της πόλης το Σάββατο.
- Οι πλατείες της πόλης γεμίζουν με τουρίστες το καλοκαίρι.
- Έχει πλατεία μύτη, αλλά ωραίο προφίλ.