φάρμα
ουσιαστικό1. Αγροτική εκμετάλλευση ή ιδιοκτησία όπου εκτρέφονται ζώα και/ή καλλιεργούνται φυτά για την παραγωγή τροφίμων, πρώτων υλών ή άλλων αγροτικών προϊόντων.
Συνώνυμα
αγρόκτημα κτήμα τσιφλίκι γεωργείο κτηνοτροφείο πτηνοτροφείο εκμετάλλευση χοιροτροφείο αμπελώνας αμπέλι αγρός χωράφι στάβλος χειμαδιό λαχανόκηπος αγροτεμάχιο βοσκότοπος εξοχή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φάρμα του παππού παράγει φρέσκα λαχανικά κάθε καλοκαίρι.
- Στη φάρμα έχουν αγελάδες και παράγουν φρέσκο γάλα.
- Επισκέφτηκαν μια φάρμα εκτροφής ψαριών στον κόλπο.
- Στο παιχνίδι, πήγε στη φάρμα για να μαζέψει πόρους και χρήματα.
- Οι φάρμες της περιοχής προσφέρουν αγροτουριστικές εμπειρίες.