δρομάκι
ουσιαστικόΣτενός ή μικρός δρόμος εντός πολεοδομικού ιστού, που συνδέει μεγαλύτερους δρόμους ή εξυπηρετεί κατοικίες και τοπικές επιχειρήσεις, συχνά με περιορισμένη κυκλοφορία ή χαρακτήρα πεζόδρομου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περπατήσαμε στο δρομάκι που οδηγούσε στην πλατεία.
- Πήρα το δρομάκι για να φτάσω πιο γρήγορα στη δουλειά.
- Το δρομάκι μέσα στο δάσος ήταν γεμάτο πέτρες και λάσπη.
- Το παλιό δρομάκι ανάμεσα στα σπίτια είχε γλάστρες στις αυλές.
- Το δρομάκι προς την επιτυχία απαιτεί υπομονή και δουλειά.