παρηγορώ
ρήμα1. Εκδηλώνω ή παρέχω στήριξη, λόγια, χειρονομίες ή παρουσία για να μειώσω τη λύπη, το άγχος ή τον πόνο κάποιου και να τον καταπραΰνω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε παρηγορώ όταν είσαι λυπημένος.
- Προσπαθώ να παρηγορώ την αδελφή μου μετά την απώλειά της.
- Παρηγορώ τον εαυτό μου διαβάζοντας παλιά γράμματα.
- Όταν τον βλέπω σκυθρωπό, τον παρηγορώ με ένα αστείο.
- Ελπίζω να παρηγορώ τους φίλους μου όταν με χρειάζονται.