παρακράτηση

ουσιαστικό

1. Μείωση ή αφαίρεση μέρους χρηματικού ποσού πριν από την καταβολή του στον δικαιούχο, συνήθως για την εκπλήρωση φορολογικών, ασφαλιστικών ή άλλων υποχρεώσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παρακράτηση φόρου επί του εισοδήματος αναγράφεται στην ετήσια βεβαίωση.
  • Στη μισθοδοσία καταχωρείται παρακράτηση για τις ασφαλιστικές εισφορές.
  • Η τράπεζα προχώρησε σε παρακράτηση μέρους του ποσού λόγω ανεξόφλητων χρεών.
  • Κατά τη διαδικασία κατασχέσεων έγινε παρακράτηση των σχετικών εγγράφων.
  • Η παρακράτηση του διαβατηρίου από τις αρχές κράτησε τρεις μέρες.