οπισθοδρόμηση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της μετακίνησης προς τα πίσω σε χώρο, χρόνο ή στάδιο εξέλιξης.
2. Η σταδιακή απώλεια προόδου, ανάπτυξης ή ποιότητας σε άτομο, κοινωνία, οργανισμό ή σύστημα, με επιστροφή σε προηγούμενο, συνήθως χειρότερο, επίπεδο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας ανησυχεί πολλούς πολίτες.
- Οι νέες πολιτικές οδήγησαν σε οπισθοδρόμηση της οικονομίας.
- Η επαναφορά του παλιού λογισμικού προκάλεσε οπισθοδρόμηση στη λειτουργία του συστήματος.
- Η κακή διαχείριση του στρες επέφερε οπισθοδρόμηση στην ψυχολογική της κατάσταση.
- Παρά τη θεραπεία, παρατηρήθηκε οπισθοδρόμηση στην κατάσταση του ασθενούς.