ξεχωρίζω
ρήμα1. Παρατηρώ και επισημαίνω τις διαφορές ανάμεσα σε πρόσωπα, αντικείμενα, ιδιότητες ή καταστάσεις, ώστε να τα διακρίνω το ένα από το άλλο.
2. Επιλέγω ή επισημαίνω κάποιον ή κάτι μέσα σε ένα σύνολο ως ιδιαίτερο, προτιμητέο ή με ειδική αξία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν ξεχωρίζω ποιος είναι αυτός στη φωτογραφία.
- Στο πλήθος ξεχωρίζω γιατί φοράω κόκκινο παλτό.
- Στην κουζίνα ξεχωρίζω τα φρέσκα από τα χαλασμένα λαχανικά.
- Στη συζήτηση ξεχωρίζω τους συναδέλφους που προτείνουν πρακτικές λύσεις.
- Στον πίνακα ξεχωρίζω έντονα το κόκκινο από το γαλάζιο.