ξελασπώνω
ρήμα1. Αφαιρώ λάσπη, βρωμιά ή εμπόδιο από την επιφάνεια κάποιου αντικειμένου ή από τα ρούχα/το σώμα, ώστε να καθαρίσει ή να απελευθερωθεί από δυσμενείς συνθήκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο λασπωμένο χωράφι ξελασπώνω συχνά τα αυτοκίνητα των γειτόνων.
- Όταν έχει οικονομικά προβλήματα, συνήθως ξελασπώνω τον αδερφό μου.
- Στις κρίσιμες στιγμές ξελασπώνω τους συναδέλφους μου με τροποποιήσεις στην παρουσίαση.
- Το να ξελασπώνω κάποιον που αδικείται με κάνει να νιώθω ότι βοηθάω.
- Δεν είναι πάντα σωστό να ξελασπώνω κάποιον που συνεχίζει να επαναλαμβάνει το ίδιο λάθος.