ξεκόβω
ρήμα1. Αποσπώ ή αφαιρώ με κόψιμο, σπάσιμο ή τραβήγμα μέρος υλικού από κάτι συνεκτικό, κάνοντάς το να χωριστεί.
2. Αποσυνδέω ή κόβω τη ροή ανάμεσα σε δύο στοιχεία, όπως το ρεύμα, η τροφοδοσία ή μια γραμμή επικοινωνίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με το ψαλίδι ξεκόβω προσεκτικά το περίσσιο ύφασμα.
- Τον φίλο που με πρόδωσε ξεκόβω και δεν θέλω πλέον να μιλάμε.
- Την κλήση όταν είναι τηλεμάρκετινγκ ξεκόβω χωρίς δισταγμό.
- Το WiFi το ξεκόβω όταν θέλω λίγη ησυχία.
- Τα γλυκά τα ξεκόβω σιγά σιγά για να χάσω βάρος.