ξεκουμπώνω
ρήμα1. Αφαιρώ ή ανοίγω τα κουμπιά, το φερμουάρ ή άλλο κλείσιμο ενός ενδύματος ή αντικειμένου, ώστε να αποσυνδεθεί ή να ανοίξει.
2. Χαλαρώνω ή αποδεσμεύω ζώνη, αγκράφα ή άλλο σφιχτό δέσιμο για να μειωθεί η στερέωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η Μαρία ξεκουμπώνει το πουκάμισό της πριν κοιμηθεί.
- Πριν βγει από το αυτοκίνητο, ο οδηγός ξεκούμπωσε τη ζώνη ασφαλείας.
- Μπορείς να ξεκουμπώσεις το φερμουάρ της τσάντας μου;
- Πάντα ξεκουμπώνω την τηλεόραση πριν καθαρίσω τα φίλτρα.
- Το παλτό ξεκουμπώνει εύκολα γιατί τα κουμπιά είναι φθαρμένα.