νόμος

ουσιαστικό

1. Θεσπισμένη διάταξη από το κράτος ή άλλο αρμόδιο όργανο που καθορίζει υποχρεώσεις και δικαιώματα, ρυθμίζει συμπεριφορές και προβλέπει κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο νόμος ψηφίστηκε χθες και θα εφαρμοστεί από την επόμενη εβδομάδα.
  • Ο νόμος της βαρύτητας εξηγεί γιατί τα αντικείμενα πέφτουν.
  • Υπάρχει άγραφος νόμος στο χωριό που όλοι τηρούν.
  • Η εφαρμογή του νόμου είναι απαραίτητη για την κοινωνική τάξη.
  • Οι νόμοι της αγοράς επηρεάζουν τις τιμές των προϊόντων.